Ξύπνησε απότομα, βυθισμένος όπως ήταν σε έναν βαθύ λήθαργο, αποκαμωμένος από το πιοτό της προηγούμενης νύχτας. Η ώρα στο φωτεινό καντράν του ξυπνητηριού του έδειχνε 3.00 ακριβώς το πρωί Πρωτοχρονιάς. Την είδε με το μισοανοιγμένο του βλέφαρο. Σαν σε όνειρο ανασηκώθηκε με κόπο νιώθοντας το κεφάλι του βαρύ σαν πέτρα και σκέφτηκε, όσο μπορούσε φυσικά να σκεφτεί στην κατάσταση που ήταν, τι ήταν αυτό που τον ξύπνησε.
Ο θόρυβος προήλθε από το δωμάτιο που κοιμόταν. Ήρθε από την πόρτα της κρεβατοκάμαράς του. Ακούστηκε κοφτά και απότομα σαν να χτυπά μια σανίδα πάνω σε ένα ξύλινο τραπέζι με δύναμη. Ο ήχος αυτός ήταν τρομακτικός και οξύς. Στο σπίτι έμενε μόνος του εδώ και πολλά χρόνια, δέκα ήταν, είχε ξεχάσει πια. Η τελευταία συγκάτοικός του έφυγε, στην πραγματικότητα την έδιωξε, επειδή η σχέση τους σοβάρεψε αρκετά επικίνδυνα για αυτόν.
Το χέρι του ψαχούλεψε στον τοίχο για τον διακόπτη των φώτων. Μόλις τον άγγιξε προσπάθησε να τον πατήσει στη θέση on, αλλά αυτός αρνήθηκε να πατηθεί σαν να ήταν κολλημένος εκεί, ακούνητος. Ένα κύμα φόβου διαπέρασε τον Πήτ που σε συνδυασμό με τον απόηχο του θορύβου που τον ξύπνησε έκαναν το αίμα του να κυλά πιο αργά στις αρτηρίες του.
Μα τι στο καλό γίνεται; είπε μέσα του. Κάθισε στη άκρη του κρεβατιού ακίνητος και περίμενε για λίγα δευτερόλεπτα. Μέσα στην απόλυτη ησυχία σκέφτηκε τρομαγμένος πως ο ήχος ήρθε από το διπλανό σπίτι στο οποίο άλλος ένας καβγάς του ζευγαριού λάμβανε χώρα. Να ένας καλός λόγος λοιπόν να μένει κανείς μόνος του.
Ξαφνικά ένας ψίθυρος, ακαταλαβίστικος στην αρχή, πιο δυνατός στη συνέχεια ακούστηκε δίπλα του. Τρομαγμένος προσπάθησε να ανεβεί στο κρεβάτι του και κάθισε πάνω στο μαξιλάρι με τα χέρια του να αγκαλιάζουν τα διπλωμένα του πόδια και το πρόσωπό του ανάμεσά τους, ακίνητος. Τα μάτια του έφεραν μια γύρα στο σκοτάδι, αλλά χωρίς το κεφάλι να κουνηθεί, νομίζοντας ηλιθιωδώς πως η φωνή θα είχε κάποιου είδους αισθητήρα κίνησης και θα τον έπιανε.
Περίμενε εκεί κουλουριασμένος μέσα στην απόλυτη ησυχία. Η φωνή δεν ξαναμίλησε. Η πόρτα της κουζίνας έκλεισε με πάταγο. Τινάχτηκε προς τα πάνω και ούρλιαξε με δύναμη"Ποιος είναι εκεί;" μα κανείς δεν αποκρίθηκε. Το σκοτάδι τον ρούφηξε και αυτόν τον θόρυβο. Το αίμα του αυτή τη φορά πάγωσε κάνοντας το κορμί του να νιώθει σαν μούμια.
Για λίγα λεπτά δεν συνέβη τίποτα.
Μάλλον θα τα φαντάστηκα όλα αυτά. σκέφτηκε.
Ας προσπαθήσω να ξανακοιμηθώ.
Το πράγμα μίλησε με μια γυναικεία φωνή.
- Έι Πητ. Πητ.
Η φωνή ακούστηκε γυναικεία και μάλιστα νεαρής ηλικίας κάτω από τριάντα χρονών.
- Ποιά είσαι.... πού είσαι..... πώς..... ρώτησε, ψέλλισε τρομαγμένος. Δεν πίστευε σε όλα αυτά που άκουγε.
- Τι στο διάολο γίνεται εδώ πέρα. Πώς μπήκες σπίτι μου. Γιατί δεν χτύπησε ο γαμημένος συναγερμός;
- Μα χτύπησε. Γι αυτό και ξύπνησες. Όμως είναι το τελευταίο που πρέπει να σε νοιάζει αυτή τη στιγμή.
Προσπάθησε να θυμηθεί πού είχε ξανακούσει τη φωνή, αλλά όχι. Του θύμισε προς στιγμή κάποια παλιά φίλη του, ερωμένη για την ακρίβεια, από τις πολλές της ζωής του που τις χρησιμοποιούσε για να ικανοποιεί τις ορέξεις του και μετά αντίο.
- Λοιπόν Πήτ. Πώς και είσαι μέσα παραμονή Πρωτοχρονιάς; Εσύ ο μεγάλος γλετζές και γυναικάς. Ξέμεινες από ραντεβού;
Η αρχική τρομάρα του σαν να κόπασε κάπως και σκέφτηκε ότι το πράγμα-γυναίκα-πνεύμα δεν θα του έκανε κακό.
"Δικός μου λογαριασμός", είπε δειλά στην αρχή και χαμηλόφωνα, σαν μικρό παιδί που του ζητούν εξηγήσεις οι γονείς του για κάτι που έκανε.
"Σας βαρέθηκα όλες σας. Τα ίδια και τα ίδια ζητάτε. Μόλις αντιληφθείτε ότι ο άντρας νιώθει κάτι παραπάνω, πέφτετε να τον κατασπαράξετε με ψεύτικα διλήμματα γάμου. Ε λοιπόν, όχι, φωνή, έτσι θα σε λέω αφού δεν μου λες το όνομά σου, δεν θα παντρευτώ ποτέ. Μα τι θες, γιατί είσαι δω, γιατί με τρόμαξες στη μέση της νύχτας, τί είσαι;
-Ας πούμε ότι με λένε Στέλλα.
Για λίγο ηρέμησε παρόλο που όλο αυτό το σκηνικό ήταν εξωπραγματικό. Η μορφή της γυναίκας-πνεύμα-φάντασμα ή ότι ήταν τέλος πάντων άρχισε να αχνοφαίνεται στο μισοσκόταδο που δημιουργήθηκε από το φως των μαλλιών της που ήταν μακριά και ίσια σαν ....ναι της Άννας. Ναι της Άννας του, της τελευταίας του σχέσης, με την οποία χώρισε πριν δέκα χρόνια.
- Η Άννα ζει. Είναι καλά. Δεν πέθανε σε κείνο το ατύχημα όπως νόμιζες. Μα φυσικά ο εγωισμός σου δεν σε άφησε να μάθεις περισσότερα. Όταν σου είπαν για το ατύχημα κλείστηκες στο καβούκι σου, νόμισες πως πέθανε. Μα ποιος ανόητος σου το' πε αυτό; Και συ τον πίστεψες χωρίς να θες να πας στην υποτιθέμενη κηδεία της.
- Ζει; Η Άννα ζει; Ω Θεέ μου. Απίστευτο. Μα πού είναι τώρα, πού μένει, με ποιόν πές μου.
Ο Πητ αγαπούσε την Άννα, μα δεν ήταν έτοιμος ακόμα για γάμο μαζί της. Αυτό ήταν το λάθος που πλήρωσε με την απουσία της. Νόμισε πως το πράγμα του κάνει κάποιου είδους φάρσα και όλα αυτά είναι στο όνειρό του από το οποίο θα ξυπνήσει σύντομα και μετά θα φάει κορν φλέικς με γάλα για πρωινό.
- Θα το μάθεις σύντομα, του είπε το αερικό πλάσμα στο μισοσκόταδο.
Το πνεύμα έλαμψε για ένα δευτερόλεπτο και έσβησε έτσι απότομα όπως ήρθε.
Οι πρώτες ακτίνες του Πρωτοχρονιάτικου ήλιου τρύπωσαν από τις μισόκλειστες γρίλιες του παραθύρου του Πήτ. Άνοιξε σιγά σιγά τα βαριά βλέφαρά του και κοίταξε το ηλεκτρικό ρολόι δίπλα στο πορτατιφ που έδειχνε 11.34.
Παρακοιμήθηκα πάλι. Και το κεφάλι μου πάει να σπάσει. Μα τι ήπια χθες βράδυ....
Προσπάθησε να σκεφτεί τι έκανε την παραμονή της πρωτοχρονιάς. Το πρωί στη δουλειά κανονικά, το μεσημέρι στο γνωστό εστιατόριο για γεύμα και το βράδυ ακύρωσε το ρεβεγιόν με τους φίλους του επειδή είχε κάποιους πόνους στο στομάχι του.
Το κεφάλι του γύριζε ανάποδα και ζαλίζονταν. Κάθισε ξανά στο κρεβάτι από φόβο μην σωριαστεί χάμω. Ένιωσε ναυτία και έτρεξε στο μπάνιο φοβούμενος την κατάρευση, αλλα ξέρασε στο χαλάκι της λεκάνης πριν προλάβει να τα ρίξει μέσα της ότι είχε απομείνει στο άδειο του στομάχι. Μετά κάθισε στον καναπέ του κοιτώντας έξω από την μπαλκονόπορτα το αισθητικό άλσος στην βουνοπλαγιά όπου ήταν το σπίτι του, μια μικρή μα καλοφτιαγμένη μεζονέτα.
Προσπάθησε ξανά να θυμηθεί τι έγινε χθες βράδυ, κάτι σχετικό με γυναίκα θα ήταν σίγουρα. Τι άλλο εκτός από γυναίκα. Πάντα αυτές έπαιζαν το βασικό ρόλο στη ζωή του. Θεικά πλάσματα οι γυναίκες. Τις αγαπούσε με πάθος, μέχρι που αποφάσιζαν ότι ήθελαν περισσότερα από μια απλή σχέση. Η μεγαλύτερη σχέση του, τώρα που το θυμόταν, κράτησε δύο χρόνια, με την Άννα, την ξανθούλα τύπισσα από τη δουλειά του με τα ολόισια λυτά και μακριά της μαλλιά, τα πράσινα μάτια και το παιχνιδιάρικο βλέμμα. Πού τη θυμήθηκε αυτή. Μα αυτή ήταν ίσως η σημαντικότερη από όλες. Αν ήταν να κάνει κάτι, με αυτήν θα το έκανε.
Όμως και αυτή η σχέση τελείωσε άδοξα για κείνη. Πήρε πολύ άσχημα τον χωρισμό τους. Το μοιραίο βράδυ, έφυγε από το σπίτι του κλαίγοντας από λύπη και αγανάκτιση μαζί. Πήρε το αυτοκίνητό της και σε μια στροφή του δρόμου έχασε τον έλεγχο.
Ο Πητ δεν έμαθε παρά μόλις μετά από 7 μέρες για το ατύχημα. Μία κοινή φίλη τους, καλοθελητής, για να τον εκδικηθεί που χώρισε την Άννα, του είπε ψέματα ότι σκοτώθηκε σε κείνο το ατύχημα και πως ο Πήτ ήταν ο υπαίτιος.
Στην είδηση του θανάτου της, δεν άντεξε και έκλαψε πικρά μέρες και νύχτες, ποιος αυτός ο σκληρός άντρας που δεν τον άγγιζε τίποτα. Τότε κατάλαβε πόσο πολύ την αγαπούσε. Από τότε μέχρι σήμερα δεν αγάπησε καμία άλλη γυναίκα όπως την Άννα. Απλά τις κρατούσε για να ικανοποιεί τις βιολογικές του ανάγκες.
Μετά τον "θάνατό" της ο Πητ έφυγε από την Αθήνα και ταξίδεψε στο Παρίσι εκεί όπου σπούδασε νέος και είχε ακόμα μερικούς φίλους. Πήγε εκεί για να ξεχάσει. Πέρασαν έτσι δέκα χρόνια από τότε. Εκείνος είναι σήμερα τριάντα οκτώ και εκείνη θα ήταν τριάντα πέντε. Ήρθε στην Ελλάδα πριν από ένα χρόνο και εργάζεται σε μια εταιρία παροχής εξυπηρέτησης ηλεκτρονικών υπολογιστών.
Χτύπησε το τηλέφωνο. Πετάχτηκε από το ξύπνιο λήθαργό του, και το άφησε να κουδουνίσει αρκετές φορές ώσπου να αποφασίσει να δει ποιος είναι.
- Πήτ;
-Ποιά είστε;
-Καλή χρονιά. Είμαι η Στέλλα. Η Στέλλα Αντωνίου.
- Η Στέλλα; Mα πάνε πόσα...δέκα χρόνια; Tι συμβαίνει; Με συγχωρείς. Καλή χρονιά και σε σένα.
Η Στέλλα; Τι ξαφνικό και αυτό; σκέφτηκε.
Τι στο καλό θέλει πάλι; Nα μου πει κανένα δυσάρεστο νέο όπως με το ατύχημα της Άννας;
- Πητ, η Άννα δεν πέθανε τότε στο ατύχημα. Ζει. Είναι καλά και μένει στην Θεσσαλονίκη.
- Τι ...μα πώς..αφού τότε στο....
Παραλίγο να του πέσει το ακουστικό του τηλεφώνου από το χέρι του, αλλά κρατήθηκε και σωριάστηκε στον καναπέ του ακούγοντας τις τελευταίες του λέξεις.
Με δουλεύει σίγουρα. Κακόγουστο αστείο θα είναι. Τέτοια μέρα που είναι;
-Στέλλα τι λες. Ελπίζω να μην είναι κανένα πρωτοχρονιάτικο αστείο.
- Λυπάμαι πολύ για τότε. Ελπίζω κάποια μέρα να με συγχωρήσετε και οι δυο σας.
-Για ποιο πράγμα; Η Στέλλα ακούστηκε σαν να ήταν έτοιμη να κλάψει με λυγμούς.
-Σου είπα ψέματα πως πέθανε τότε στο ατύχημα. Ήθελα να σε εκδικηθώ για τον πόνο που της προκάλεσες όταν χωρίσατε. Βλέπεις τότε ήμουν και γω ερωτευμένη μαζί σου. Μα όχι πια. Κάποια μέρα αποφάσισα να σας πω όλη την αλήθεια μα δίσταζα και φοβόμουν. Είμαι ένα τέρας, το ξέρω μα το έκανα πάνω στο τυφλό μου πάθος που η ζήλια το θέριεψε και το οδήγησε σε λάθος μονοπάτια. Συγχώρεσέ με Πητ, Σε παρακαλώ.
- Άφησες έναν άνθρωπο να θρηνεί επί δέκα χρόνια τον "θάνατο" της γυναίκας της ζωής του και μάλιστα νομίζοντας ότι ήταν η ηθικός αυτουργός; Εσύ θα' πρεπε να πεθάνεις. Εσύ και όχι αυτή. Εσύ, εσύ, εσύ......κακούργα. Εξαφανίσου από τη ζωή μας. Μα πριν το κάνεις θα μου πεις πού μένει η Άννα. Μετά από αυτό να μη ξανακούσω για σένα.
Της έκλεισε το τηλέφωνο, αφού πήρε τις πληροφορίες που ήθελε και άρχισε να κλαίει δυνατά.
Την επόμενη μέρα, αφού συνήλθε λίγο από το αρχικό σοκ και έχοντας τη διεύθυνσή της ξεκίνησε με το αυτοκίνητό του να πάει στην Θεσσαλονίκη. Η Άννα έμενε κάπου στην Καλαμαριά, σε μια οδό Φιλελλήνων.
Τα χέρια του έτρεμαν καθόλη τη διάρκεια της διαδρομής των πέντε ωρών, οδήγησε χωρίς να σταματήσει πουθενά, χωρίς να έχει ειδοποιήσει από πριν για την άφιξή του και μην ξέροντας αν θα την βρει εκεί. Η οδός που ήταν το σπίτι της ήταν στο βόρειο τμήμα της Καλαμαριάς. Πάρκαρε όπου βρήκε και με τα πόδια του να λυγίζουν σε κάθε βήμα του σύρθηκε μέχρι την είσοδο της πολυκατοικίας της. Ήταν στον αριθμό 14. Δεν ήξερε τον όροφο. Χτύπησε το κουδούνι της εισόδου μία κοφτή φορά. Αγωνία. Καμία απάντηση. Περίμενε λίγα δευτερόλεπτα ακόμα. Τίποτα.
Αποφάσισε τότε να ανεβεί ο ίδιος πάνω στο διαμέρισμά της. Το όνομά της ήταν στο κουδούνι, πράγμα που σήμαινε πως εκεί έμενε.
Τελικά στον τρίτο όροφο βρήκε το σπίτι. Για ένα λεπτό που πέρασε σαν ένας μήνας κοιτούσε την πόρτα και το ένα του μισό ήταν έτοιμο να στρίψει και να φύγει, ενώ το άλλο του ζητούσε να χτυπήσει του κουδούνι.
Τελικά χτύπησε το κουδούνι της πόρτας της. Ένας άντρας γύρω στα σαράντα άνοιξε. Κοιτάχτηκαν με απορία.
- Παρακαλώ; είπε ο άντρας του σπιτιού.
- Καλημέρα σας. Εδώ μένει η Άννα; Η Άννα Πλωμαρίτη;
-Ποιος ρωτά αν επιτρέπετε;
Ο τόνος του ήταν λίγο ενοχλημένος από την επίσκεψη του αγνώστου άνδρα.
- Λέγομαι Πητ. Πητ Ανδρεάτος. Γνώριζα την Άννα πριν δέκα χρόνια.
- Πήτ είπατε; Ο Πητ που έκανε την Άννα να υποφέρει τόσα χρόνια, που την έδιωξε κακήν κακώς από το σπίτι του, που εξαιτίας του έγινε το δυστύχημα τότε; Και τολμάς να έρχεσαι στο σπίτι της; Πώς έμαθες πού μένουμε; Είμαι ο άντρας της. Λέγε γρήγορα τι θές.
- Απλά ήθελα να την δω για λίγο. Μου επιτρέπετε να την δω; Θα είστε και σεις μπροστά. Σας παρακαλώ πολύ. Όλα αυτά τα χρόνια τη νόμιζα νεκρή από το ατύχημα. Αλήθεια σας λέω.
-Μπα που να φας τη γλώσσα σου φίλε. Νεκρή η Άννα; Βέβαια ταλαιπωρήθηκε για κανά μήνα στο νοσοκομείο, μα βγήκε και είναι καλά σήμερα. Είναι μέσα. Τέλος πάντων. Έλα μέσα. Τι να σε κάνω που είμαι καλός άνθρωπος. Άννα; Άννα; Έλα λίγο μέσα. Έχεις επισκέψεις.
Τα γόνατά του λύθηκαν από το τρέμουλο εκείνη τη στιγμή όταν συνειδητοποίησε ότι θα έβλεπε ξανά την γυναίκα που μπορεί να γινόταν κάποια μέρα σύζυγός του, εάν φυσικά δεν την χώριζε τότε. Η Άννα μπήκε στο σαλόνι και τον κοίταξε. Σταμάτησε απότομα και μια έκφραση έκπληξης και χαράς μαζί ζωγραφίστηκαν στο πρόσωπό της.
-Πητ. Πητ. Εσύ; Μα πώς..είσαι καλά; Αντρέα να σου συστήσω..
-Δεν χρειάζεται της είπε ο άντρας της. Γνωριστήκαμε και κατάλαβα πολύ καλά ποιος είναι. Μου επιτρέπετε.
Έφυγε από το σαλόνι αφήνοντάς τους μόνους να τα πουν Της είχε εμπιστοσύνη άλλωστε. Ήταν παντρεμένοι τρία χρόνια και ακόμα ερωτευμένοι. Έτσι πίστευε τουλάχιστον.
-Κάθησε Πητ, του είπε δείχνοντάς του έναν σκουρόχρωμο δερμάτινο καναπέ και αγκαλιάζοντάς τον σφιχτά. Ο Πητ με δυσκολία έμεινε όρθιος. Κάθησε τελικά και δίπλα του κάθισε και εκείνη. Ναι εκείνη, η γυναίκα του, στα όνειρά του, στη ζωή του, η Άννα του που ξάφνου αναστήθηκε στο μυαλό και την καρδιά του, που στοίχειωνε τη ψυχή του τόσα χρόνια, ξανά ζωντανή και το ίδιο όμορφη.
-Ώστε παντρεύτηκες, της είπε.
-Ναι . Ο Αντρέας είναι καταπληκτικός άνθρωπος.
Του έπιασε το χέρι.
"Κοίτα Πητ. Μπορεί να χωρίσαμε με άσχημο τρόπο, το ξέρω, αλλά δεν έπαψα ποτέ να σε σκέφτομαι. Ούτε για μια μέρα. Κάποια στιγμή όμως έπρεπε να προχωρήσω με τη ζωή μου. Τι άλλο να έκανα."
- Όλα αυτά τα χρόνια σε νόμιζα νεκρή, το ήξερες;
Της είπε από την αρχή την ιστορία με τη Στέλλα την περιβόητη φίλη τους.
Εκείνη χλώμιασε στην αρχή, μετά όμως αγρίεψε και κοκκίνησε.
- Ώστε έτσι έ; η άτιμη η κάργια, η φίλη να σου πετύχει. Έχω χρόνια να μάθω νέα της. Αραιά και πού ανταλλάσσουμε ευχές κάθε Χριστούγεννα και γιορτές.
Μίλησαν για κάμποση ώρα. Μίλησαν για τις ζωές τους, τα όνειρά τους από δω και πέρα, σαν δυο καλοί φίλοι που έχουν καιρό να τα πουν. Ήταν όμορφα. Ήταν τρυφερή μαζί του και αυτός σιγά σιγά συνήλθε από το αρχικό τρακ και συμπεριφέρθηκε σαν ένας καλός φίλος. Μέσα του ήξερε πως την έχασε για πάντα, ερωτικά. Ήταν όμως εκεί, μια καλή φίλη του. Ήταν ένα ζωντανό κομμάτι της ζωής του. Κάτι ήταν και αυτό.
Το πνεύμα της Πρωτοχρονιάς τού έφερε το καλύτερο δώρο. Είναι σαν να ξεκίνησε η ζωή του από την αρχή. Ξέροντας πως η Άννα ζει τίποτα δεν θα είναι πια το ίδιο. Ούτε για κείνη, ευχόταν κρυφά μέσα του.
Χαιρετίστηκαν και αντάλλαξαν τηλέφωνα και διευθύνσεις. Αποχαιρετίστηκαν με ένα τρυφερό φιλί στο μάγουλο.
- Θα τα ξαναπούμε; την ρώτησε φεύγοντας.
- Ναι Πητ, του είπε με νόημα και χαμογέλασε. Οπωσδήποτε. Καλό ταξίδι. Να προσέχεις πολύ.
Περισσότερα... »