
Πραγματοποιήθηκε τη Δευτέρα 2 Μαΐου 2011 η έβδομη συνάντηση του BIBLICUM που οργανώνει ο Τομέας Βιβλικής Γραμματείας και Θρησκειολογίας του Α.Π.Θ., η θεματική του οποίου για φέτος ήταν η μετάφραση των εκκλησιαστικών κειμένων, σύμφωνα και με την πρόσκληση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος να ανοίξει ένας διάλογο για το θέμα αυτό σε βάθος με τη συμμετοχή και των Θεολογικών τμημάτων. Όπως είναι γνωστό στην απόφαση-πρόσκλησή της αυτή οδηγήθηκε η ΔΙΣ με αφορμή την πρωτοβουλία του μητροπολίτη Νικοπόλεως και Πρεβέζης κ. Μελετίου να προχωρήσει στη χρήση ευχών της λατρείας μας σε νεοελληνική μετάφραση. Ομιλητής της τελευταίας συνάντησης ήταν ο καθηγητής του Τμήματος Θεολογίας του Α.Π.Θ. κ. Πέτρος Βασιλειάδης με θέμα «Ο θεολογικός προβληματισμός των μεταφράσεων των εκκλησιαστικών κειμένων. Διάλογος με τους μητροπολίτες Πρεβέζης και Ναυπάκτου». Το BIBLICUM είναι μια επιστημονική συνάντηση, η οποία διοργανώνεται από τον Τομέα Βιβλικής Γραμματείας και Θρησκειολογίας του Τμήματος Θεολογίας του Α.Π.Θ. εδώ και μια τριακονταετία, μία Δευτέρα του μήνα και ώρα 19.30 στην αίθουσα συνεδριάσεων του πρώτου ορόφου του κτιρίου της Θεολογικής Σχολής. Στη συνάντηση αυτή συμμετέχουν ομότιμοι και εν ενεργεία καθηγητές του Τομέα, καθώς και μεταπτυχιακοί φοιτητές, υποψήφιοι διδάκτορες και διδάκτορες των βιβλικών και των θρησκειολογικών σπουδών.
Η πρώτη συνάντηση του BIBLICUM έγινε 1 Νοεμβρίου του 2010 με εισηγήτρια την Διευθύντρια του τομέα κ. Άννα Κόλτσιου, η οποία εισηγήθηκε το θέμα:
«Το θεολογικό και φιλολογικό πρόβλημα της μεταφράσεως εκκλησιαστικών κειμένων». Η δεύτερη συνάντηση πραγματοποιήθηκε στις 13 Δεκεμβρίου με εισηγητή τον καθηγητή του Τμήματος Θεολογίας του Α.Π.Θ. κ. Μιλτιάδη Κωνσταντίνου, ο οποίος εισηγήθηκε το θέμα:
«Μεταφραστικές αρχές των Ηνωμένων Βιβλικών Εταιρειών». Η τρίτη συνάντηση έγινε στις 10 Ιανουαρίου 2011 με εισηγήτρια την αναπληρώτρια Πρόεδρο του Τμήματος Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Α.Π.Θ., και ειδική στην μεταφρασιολογία, καθηγήτρια κ. Ελένη Κασάπη, η οποία εισηγήθηκε το θέμα:
«Προτεραιότητες στη μετάφραση ιερών κειμένων και μηχανισμοί σημασιολογικής κατανόησης». Στις 7 Φεβρουαρίου 2011, έγινε η τέταρτη συνάντηση του BIBLICUM με εισηγητές τον Πρόεδρο του Τμήματος Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ., καθηγητή Δημήτριο Καϊμάκη και την επίκ. καθηγήτρια του Τμήματος Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ. Μυρτώ Κουτίτα-Καϊμάκη, οι οποίοι εισηγήθηκαν το θέμα:
«Μεταφράζοντας το κείμενο των Ο΄ στα νέα ελληνικά». Η πέμπτη συνάντηση πραγματοποιήθηκε στις 14 Μαρτίου με εισηγητή τον εκλεγμένο επίκ. καθηγητή του Τμήματος Θεολογίας του Α.Π.Θ. Χαράλαμπο Ατματζίδη, ο οποίος εισηγήθηκε το θέμα:
«Μεταξύ Σκύλλας και Χάρυβδης: Οικειοποιητική ή ξενιστική μετάφραση της Βίβλου; (Β΄ Ιω 1, Γ΄ Ιω 1 Απ 4,4)». Η έκτη συνάντηση είχε ομιλητή τον Μητροπολίτη Νικοπόλεως και Πρεβέζης κ. Μελέτιο με αφορμή το πρόσφατο βιβλίο του με τίτλο
Μέθεξη ή κατανόηση; Έκδοση Ι. Μητροπόλεως Νικοπόλεως, Πρέβεζα 2011. Κατά την τελευταία φετινή συνάντηση του BIBLICUM, που θα πραγματοποιηθεί τη Δευτέρα 6 Ιουνίου, ομιλητής θα είναι ο ομότιμος καθηγητής του Τμήματος Θεολογίας του Α.Π.Θ. Ιωάννης Καραβιδόπουλος.Η ομιλία του κ. Βασιλειάδη, η οποία σε πρόχειρη μορφή διανεμήθηκε στο ακροατήριο, αφού αρχικά αναφέρθηκε στο ιστορικό και τις θεολογικές απόψεις, όπως αυτές καταγράφτηκαν αντιπροσωπευτικά στα δημοσιεύματα των ανωτέρω λογίων ιεραρχών, έχει ως εξής:
"Ο θεολογικός προβληματισμός των μεταφράσεων των εκκλησιαστικών κειμένων. Διάλογος με τους μητροπολίτες Πρεβέζης και Ναυπάκτου"
H βασική έννοια της Eκκλησίας είναι αυτή της κοινωνίας. Στην πρώιμη ιδιαίτερα περίοδο τα μέλη της χριστιανικής κοινότητας ταυτίζονται με την εκκλησία,
είναι η Εκκλησία, δεν είναι απλώς
μέσα στην Εκκλησία, δεν αποτελούν δηλαδή ως μεμονωμένα άτομα μεμονωμένα μέλη ενός οργανισμού ή μιας, θρησκευτικής έστω, ομάδας.
[i] Εκκλησία και κοινωνία, ως εκ τούτου, θα πρέπει να εκλαμβάνονται ως έννοιες ταυτόσημες. Η οποιαδήποτε λοιπόν δραστηριότητα της εκκλησίας, ιδίως αυτή της λατρείας της, αλλά και της μαρτυρίας της, οφείλει να έχει αυτό το στοιχείο ως προσδιοριστικό της. Η μετάφραση επομένως της Αγίας Γραφής, αλλά και των λειτουργικών κειμένων ως βασική θεολογική παράμετρο αυτήν πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τους. Σε όλα τα κείμενα της Κ.Δ. και της πρώιμης χριστιανικής γραμματείας η κυρίαρχη θεολογική αντίληψη είναι η
οριζόντια εσχατολογική, με την εκκλησιολογία να βασίζεται κατά κύριο λόγο στην έννοια της κοινωνίας
. Η
κάθετη σωτηριολογική κατενοείτο πάντοτε μέσα στα πλαίσια της οριζόντιας εσχατολογικής ως προσθετική και συμπληρωματική της. Γι’ αυτό και η λειτουργική εμπειρία της Πρώτης Εκκλησίας είναι αδιανόητη χωρίς την κοινωνική της διάσταση.
[ii]Η πνευματική αυτή εμπειρία της Πρώτης Εκκλησίας αντικατοπτρίζεται με ενάργεια στην λειτουργική δομή της Εκκλησίας, όπου από τον Ιγνάτιο Αντιοχείας και εξής βλέπουμε την μεταφορά της εσχατολογικής εικόνας της συνάξεως του λαού του Θεού
επί το αυτό γύρω από τον Χριστό και τους αποστόλους στα λειτουργήματα της Εκκλησίας, με τον επίσκοπο
«εις τόπον καί τύπον Χριστού», και τους πρεσβυτέρους τύπους των αποστόλων. Το μυστήριο δηλαδή της Εκκλησίας εκφράζεται αυθεντικά με την έννοια της κοινωνίας στην περί τον επίσκοπο ευχαριστιακή σύναξη της κοινότητας, η οποία δεν αναζητεί μυστηριακά/σακραμενταλιστικά τη λύτρωση από τα δεινά του κόσμου, ούτε την προσωπική τελείωση και ατομική σωτηρία, αλλά αποτελεί εικόνα και προληπτική φανέρωση της εσχατολογικής Βασιλείας του Θεού.
[iii] Η
εκκλησιολογία, λοιπόν,
της κοινωνίας και η
ευχαριστιακή/λειτουργική πνευματικότητα, έχουν ως όραμα και στόχο την κατά το δυνατόν εξομοίωση των ιστορικών κατά τόπους χριστιανικών κοινοτήτων με την αυθεντική έκφραση της εσχατολογικής δόξας της Βασιλείας του Θεού. Έχουν δηλαδή έντονη ιεραποστολική διάσταση, με την λειτουργία της ως
λογική λατρεία να ακολουθείται από την ιεραποστολική μαρτυρία ως
Λειτουργία μετά την λειτουργία. Οι όποιες θεωρήσεις περί μυστηρίου, μέθεξης, υπερβατικής θέασης του Θεού, αλλά και θέωσης του ανθρώπου, να αποτελούν δευτερεύουσες προσθετικές, και με κανένα τρόπο παράλληλες, ή ακόμη και πρωτεύουσες έννοιες.Αυτή η βασική βιβλική και αρχέγονη χριστιανική εκκλησιολογία και πνευματικότητα, κάτω από τις έντονες ιδεολογικές πιέσεις του χριστιανικού γνωστικισμού, και κυρίως του (νέο-)πλατωνισμού, άρχισε από το 3ο μ.Χ. αι. σταδιακά να υποχωρεί, ή στην καλύτερη περίπτωση να συνυπάρχει με μιαν άλλη πνευματικότητα (αλλά και εκκλησιολογία), η οποία έχει τις ρίζες της στην νέο-πλατωνίζουσα ευαγριανή και την μεσσαλιανίζουσα μακαριανή μυστική θεολογία, αλλά θεμελιώνονται και επιστημονικά από την Κατηχητική Σχολή της Αλεξανδρείας. Οι κύριοι εκπρόσωποι της σχολής αυτής, ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, και κυρίως ο Ωριγένης, δίνουν στην εκκλησιολογία, και κατ' επέκταση και στην πνευματικότητα, μιαν άλλη τροπή, την οποία πολύ εμφατικά ο Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας χαρακτηρίζει «όχι απλώς τροπή αλλά ανατροπή».
[iv] Η Εκκλησία και η λειτουργία της παύει να αποτελεί εικόνα των εσχάτων αλλά των αρχικών πραγμάτων. Η συμβολή του μυστηρίου της ενανθρωπήσεως στο σύστημα αυτό είναι από ελάχιστη ως μηδαμινή,
[v] με το Χριστό να θεωρείται ως πηγή της ενώσεως του ανθρώπου με το Θεό και αποκατάσταση κατά κάποιο τρόπο της φθαρείσας φύσεώς του. Κορύφωση της θείας οικονομίας δεν αποτελεί πλέον η έννοια της κοινωνίας των εσχάτων, αλλά η επάνοδος στην αρχική τελειότητα, στόχος που ουσιαστικά επιτυγχάνεται από το κάθε μεμονωμένο άτομο, ως επί το πλείστον στην έρημο, αλλά και στις κοινότητες καθαρότητας, που μοναδικό σκοπό έχουν την διατήρηση της συσσωρευμένης σοφίας και του πλούτου του παρελθόντος με στόχο όχι την κοινωνία, την εκκλησία, την κοινότητα, το άλλον, αλλά την ατομική σωτηρία. Έχουμε έτσι μια κοσμολογική προσέγγιση της Εκκλησίας, και όχι μια ιστορική, όπως στην Αγία Γραφή. Δεν έχουμε με άλλα λόγια να κάνουμε πλέον για μια κοινότητα ιστορική, με τον λαό του Θεού εν πορεία, αλλά με μια τέλεια και προαιώνια ιδέα, με αποτέλεσμα τα βασικά συστατικά της παραδοσιακής (γιαχβιστικής, προφητικής, κυριακής και πρώϊμης χριστιανικής) έννοιας της κοινωνίας να περιθωριοποιούνται. Η εκκλησία διατηρείται ως θεσμός, προκειμένου να υφίσταται ο χώρος όπου μπορεί να επιτελείται μυστηριακά (διάβαζε μαγικά) η εν Χριστώ σωτηρία. Κατά συνέπεια εκμηδενίζεται το ενδιαφέρον για την ιστορία, ενώ παρατηρείται μια όλο και μεγαλύτερη αποστασιοποίηση από την ευχαριστιακή κοινωνία. Η εκκλησία στην καλύτερη περίπτωση χαρακτηρίζεται ως
θεραπευτήριο των ψυχών.
[vi]Τα θεολογικά έργα, όμως, που υπήρξαν καταλύτης στην περιθωριοποίηση της κυρίαρχης έννοιας της κοινωνίας ήταν τα αποδιδόμενα στον Άγιο Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη,
[vii] με την αποκλειστικά μυσταγωγική κατανόηση της χριστιανικής λατρείας. Τα αρεοπαγιτικά συγγράμματα ερμήνευσαν με τη αναγωγική μέθοδο τις λειτουργικές τελετές της Εκκλησίας, όπου επιχειρείται η ανάταση από το γράμμα στο πνεύμα, από τα ορατά δρώμενα των εκκλησιαστικών μυστηρίων στο ένα μυστήριο της θεότητας.
[viii] Ακόμη και οι κινήσεις του επισκόπου μέσα στο ναό θεωρούνται ως θεϊκή επιστροφή στην αρχή των όντων. Με τη μέθοδο όμως αυτή τελικά εξανεμίζεται η εσχατολογική προοπτική της χριστιανικής λατρείας, αφού η μοναδική σκοπιμότητά της είναι η μυστική αναγωγή (μυσταγωγία) της ψυχής στις πνευματικές πραγματικότητες του αόρατου κόσμου.
[ix]Αναγκαστικά επομένως απαιτείται ένα είδος μεσιτικής «ιεραρχίας», που όχι μόνο θυμίζει, mutatis nutandis, την περίοδο της βασιλείας στην ιστορία του Ισραήλ και τους αντιπάλους του αποστόλου Παύλου στην προς Κολοσσαείς επιστολή του, αλλά απετέλεσε και την απαρχή της επαναφοράς στη χριστιανική εκκλησιολογία της μεσιτικής ιερωσύνης,
[x] που σύμφωνα με τη βασική διδασκαλία της προς Εβραίους επιστολής καταργήθηκε μια για πάντα,
«εφάπαξ», από τη σταυρική θυσία του Χριστού. Κατά τον αείμνηστο π. Ιωάννη Μeyendorff, «ο διονυσιακός συμβολισμός ερμήνευσε την Ευχαριστία στα πλαίσια της ιεραρχικής τάξεως του κόσμου, κατανοώντας την ως κεντρικό σωτηριώδες γεγονός, μέσω όμως μυστικής ‘θεωρίας’».
[xi] Γι’ αυτό και δεν γίνεται καθόλου λόγος για την αυτο-προσφορά του Χριστού, ούτε για την μεσιτική και αρχιερατική του ιδιότητα·
[xii] αυτό είναι έργο της επίγειας ιεραρχίας και των τελετών που αυτή (και όχι η κοινότητα συλλογικά) επιτελεί. Είναι φυσικό με τον τρόπο αυτό να απολυτοποιούνται η γλώσσα των κειμένων, η μυστική ανάγνωση των ευχών, όλα τα μετά το σχίσμα επίκτητα χαρακτηριστικά της λατρείας κλπ. Σε ιεραποστολικό επίπεδο αυτή η μεσιτεία μεταφέρεται ερήμην της συντεταγμένης Εκκλησίας σε κάθε είδους αυτοπροσδιοριζόμενους θεολογούντες γνησίους Ορθοδόξους.Εκεί, όμως, που το διονυσιακό σύστημα φτάνει στα ακρότατα όριά του, είναι η ανατροπή της εσχατολογικής διάστασης της Ευχαριστίας ως κοινωνίας. Δεν υπάρχει καμιά νύξη στη βασική παύλεια ερμηνεία, κατά την οποία σε κάθε ευχαριστιακή σύναξη
«τον θάνατον του κυρίου καταγγέλομεν άχρις ού ελθη» (Α΄ Κορ 11,26). Ακόμη και η κυρίαρχη πράξη της
κοινωνίας, δεν είναι παρά συμβολισμός της ενώσεως και αφομοιώσεως των ανθρώπων με τη θεϊκή υπόσταση.
[xiii] Από κοινωνία δηλαδή
του σώματος του Χριστού (του ενανθρωπήσαντος Λόγου) και
στο σώμα του Χριστού (την Εκκλησία), μεταπηδούμε στην κοινωνία του
προϋπάρχοντος Λόγου.Με τη μυστική αυτή λογοκρατία η σωτηρία συνίσταται όχι στην προσδοκία ενός καινούριου κόσμου, μιας νέας εσχατολογικής κοινωνίας με μια νέα αυθεντικότερη δομή, αλλά στην ένωση της ψυχής με το Λόγο, και κατά συνέπεια στην
κάθαρση της ψυχής από ο,τιδήποτε την εμποδίζει να ενωθεί με τον αρχικό Λόγο, και επομένως από την ύλη, τα αισθητά πράγματα, την σωματικότητα, την ιστορία. Το sine qua non της εκκλησιαστικής ύπαρξης, η ιεραποστολή, χωρίς την οποία η ταυτότητα της εκκλησίας αυτομηδενίζεται, και το παύλειο
«ἀλλ᾿ ἐν ἐκκλησίᾳ θέλω πέντε λόγους διὰ τοῦ νοός μου λαλῆσαι, ἵνα καὶ ἄλλους κατηχήσω, ἢ μυρίους λόγους ἐν γλώσσῃ» (Α Κορ 14:19) χαρακτηρίζεται δυσώδης «νοησιαρχία»! Το
«μαράνα θά» των παύλειων κοινοτήτων και το
«έρχου Κύριε» του προφήτη της Αποκαλύψεως αντικαθίστανται από την αδιάλειπτη προσευχή
[xiv] και την πάλη κατά των δαιμόνων και της σαρκός.
[xv] Ακόμη και το
«δοκιμαζέτω δὲ ἄνθρωπος ἑαυτόν, καὶ οὕτως ἐκ τοῦ ἄρτου ἐσθιέτω καὶ ἐκ τοῦ ποτηρίου πινέτω· ὁ γὰρ ἐσθίων καὶ πίνων ἀναξίως κρῖμα ἑαυτῷ ἐσθίει καὶ πίνει, μὴ διακρίνων τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου» (Α Κορ 11:28-29) από την αρχική κοινωνική του σημασία άρχισε να ερμηνεύεται ατομικά, με αποτέλεσμα την σταδιακή εγκατάλειψη της καθολικής συμμετοχής των πιστών στο μυστήριο της Θ. Ευχαριστίας (βλ. Εκκλησίας).Οι συνέπειες για την εκκλησιολογία της κοινωνίας, για την εν γένει πνευματικότητα, και κυρίως για το θεμιτόν ή μη των μεταφράσεων των λειτουργικών κειμένων, μιας τέτοιας θεολογικής αντίληψης, όπως είναι αυτονόητο, υπήρξαν τεράστιες, αφού η κοινή λατρεία της Εκκλησίας, όπως επίσης και τα λειτουργήματα και οι θεσμοί της ως εικόνες των μελλοντικών πραγμάτων, άρχισαν να έχουν μηδενική σχεδόν σημασία,
[xvi] και άρχισαν να λειτουργούν όχι ιεραποστολικά, αλλά μαγικά, σαν κάτι που αυτόματα προσφέρει την «μέθεξη» στα μεμονωμένα άτομα. Αυτό που προείχε, σύμφωνα με αυτήν την αντίληψη, ήταν η ένωση των ανθρώπων με τον προαιώνιο Λόγο, η επάνοδος της ψυχής στην προπτωτική παραδείσια μακαριότητα, σχεδόν πάντοτε ερήμην της κοινότητας. Διάδοση του λόγου του Θεού σε κατανοητό γλωσσικό ιδίωμα, αλλά πολύ περισσότερο «λογική λατρεία», σε ένα τέτοιο ιδεολογικό (καθόλου θεολογικό, ή το πολύ ψευτο-θεολογικό) σύστημα είναι αυτονόητο ότι δεν έχει θέση. Η έννοια της ιερότητας των γλωσσών, που οι Κύριλλος και Μεθόδιος με την ιεραποστολική τους δράση κατέρριψαν, επανήλθε στους πολεμίους της λειτουργικής αναγέννησης δριμύτερη.Παράλληλα, βέβαια, επιχειρείται – όπως φαίνεται από την επιχειρηματολογία των αντιτιθεμένων στη μετάφραση στη νεοελληνική λειτουργικών κειμένων και τη χρήση τους στη λατρεία (βλ. π.χ. τις διάφορες ηλεκτρονικές και μη δημοσιεύσεις του μητροπολίτη Ναυπάκτου) – η σύνδεση με τον προτεσταντισμό ή τον Βαρλαάμ, επαναλαμβάνοντας ως μόνο (!) επιχείρημα το αυτονόητο, ότι δηλαδή η Ορθόδοξη χριστιανική λατρεία δεν εξαντλείται στην λογική διάσταση των τελουμένων, καθώς και στην νοησιαρχική πρόσληψη του μυστηρίου της σωτηρίας.
[xvii] Προσωπικά έχω σε πολλές μελέτες μου υποστηρίξει, πως η αντιμεταφραστική θεολογική τάση αγνοεί την ύπαρξη δύο διαμετρικά αντίθετων κατανοήσεων της λατρείας, μιας Ορθόδοξης και μιας οθνείας, ενδεδυμένης βέβαια με δήθεν θεολογικά επιχειρήματα. Σύμφωνα με την δεύτερη κατανόηση, η λατρεία δεν προσδιορίζεται από τον (κυρίαρχο στην Ορθόδοξη Ανατολή) όρο
λειτουργία (λείτον+έργον=έργο του συνόλου της εκκλησιαστικής κοινότητας), αλλά κατανοείται και βιώνεται ως
ιδιωτική υπόθεση. Κατά την
ατομοκεντρική αυτή θεώρηση η λατρεία λειτουργεί ως μέσο αντιμετώπισης συγκεκριμένων θρησκευτικών αναγκών: τόσο των αναγκών της πνευματικής ηγεσίας της Εκκλησίας να ασκήσει έλεγχο και εξουσία επί των μελών της, όσο και των αναγκών των μεμονωμένων ατόμων για τον προσωπικό «εξαγιασμό» τους. Χαρακτηρίζαμε αυτή τη θεώρηση της λατρείας
δικανική (juridical)
.[xviii] Σύμφωνα με την πρώτη θεώρηση, η λατρεία λειτουργεί ως μέσο δημιουργίας σχέσεων και ανάπτυξης πραγματικής κοινωνίας μεταξύ των μελών της εκκλησιαστικής κοινότητας, ως συστατικό οικοδομής της. Με τον τρόπο αυτό η εκκλησιαστική κοινότητα παύει να κατανοείται με θεσμικούς όρους, ή ακόμη και με όρους λατρευτικού οργανισμού, και θεωρείται ως χαρισματική κοινωνία, ως τρόπος ζωής, στην οποία όλοι οι πιστοί καλούνται να μετέχουν. Αυτή είναι η
κοινοτική (communal) θεώρηση της λατρείας
. Οι αντιδρώντες στην μετάφραση τόσο της Αγίας Γραφής, όσο και των ευχών της λειτουργίας, και φυσικά στην χρήση τους στην δημόσια λατρεία, αλλά και γενικότερα οι πολέμιοι της λειτουργικής αναγεννήσεως, είναι συνήθως εγκλωβισμένοι στην
δικανική και
ατομοκεντρική θεώρηση της λατρείας, η οποία ενθαρρύνει – και στην ουσία προάγει – τον σαφή διαχωρισμό μεταξύ των διαφόρων τμημάτων του σώματος της Εκκλησίας (κληρικών-λαϊκών, κοινωνικά ανώτερων και κατώτερων, θεολογικά επαϊόντων και απλών πιστών, πνευματικών και κοσμικών, ανδρών και γυναικών κλπ.). Ελάχιστα προβληματίζονται για το ότι με τον τρόπο αυτό συντηρούνται στοιχεία υπεροχής και υποταγής εντός της λατρείας, στοιχεία δηλαδή εντελώς ξένα και ασυμβίβαστα προς το εσχατολογικό όραμα της Βασιλείας του Θεού και την έννοια της εκκλησιολογίας της κοινωνίας. Κάτι τέτοιο – πέραν του ότι είναι εκτός της λογικής της ορθόδοξης λειτουργικής παράδοσης – συμβάλλει και στην διατήρηση και παγίωση οθνείων στοιχείων κοινωνικής διαστρωμάτωσης και κοινωνικών δομών εντός του σώματος της Εκκλησίας, και κατ’ επέκταση εντός της ευρύτερης κοινωνίας. Επιπροσθέτως, μια τέτοια αντίληψη, και λατρευτική βεβαίως πρακτική, συμβάλλει στη δημιουργία διαχωριστικών γραμμών, επιτείνοντας έτσι φαινόμενα μισαλλοδοξίας, ξενοφοβίας και φανατισμού. Η κοινοτική, αντίθετα, θεώρηση της λατρείας αποθαρρύνει πλήρως κάθε διάκριση, τόσο εντός της εκκλησιαστικής κοινότητας, όσο κατ’ επέκταση και εντός της ευρύτερης κοινωνικής ζωής, προβ
Περισσότερα... »